επιδικάζω

(AM ἐπιδικάζω)
(για δικαστήριο ή δικαστική απόφαση) αναγνωρίζω δικαίωμα ή απαίτηση («το δικαστήριο τού επιδίκασε χίλιες δραχμές αποζημίωση»)
αρχ.
1. μέσ. (για ενάγοντα) καταφεύγω στα δικαστήρια για να βρω το δίκιο μου («προσαγορεύειν δὲ τὲν φόνον τῷ δράσαντι καὶ ἐπιδικασάμενον ἐν ἀγορᾷ κηρῡξαι τῷ κτείναντι», Πλάτ.).
2. μέσ. κινώ δικαστική αγωγή, προβάλλω αξιώσεις
3. φρ. «ἐπιδικάζομαι τῆς ἐπικλήρου» — ζητώ να εγκριθεί με δικαστική απόφαση ο γάμος μου με επίκληρο* γυναίκα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιδικάζω — adjudge property in dispute to pres subj act 1st sg ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to pres ind act 1st sg ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to pres subj act 1st sg ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιδικάζω — επιδικάζω, επιδίκασα βλ. πίν. 35 Σημειώσεις: επιδικάζω : απαντάται και η λόγια άτονη εσωτερική αύξηση επεδίκαζα – επεδίκασα …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επιδικάζω — επιδίκασα, επιδικάστηκα, επιδικασμένος, μτβ. (για δικαστή ή δικαστήριο), αναγνωρίζω το δικαίωμα ή την απαίτηση ατόμου που προσέφυγε στα δικαστήρια, κατακυρώνω: Το δικαστήριο επιδίκασε στο μηνυτή ποσό τριών χιλιάδων ευρώ για ψυχική οδύνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιδικαζομένων — ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to pres part mp fem gen pl ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to pres part mp masc/neut gen pl ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to pres part mp fem gen pl ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to pres …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδικαζόμεθα — ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to pres ind mp 1st pl ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to pres ind mp 1st pl ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to imperf… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδικασαμένων — ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to aor part mid fem gen pl ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to aor part mid masc/neut gen pl ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to aor part mid fem gen pl ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδικασομένων — ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to fut part mid fem gen pl ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to fut part mid masc/neut gen pl ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to fut part mid fem gen pl ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to fut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδικασάμενον — ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to aor part mid masc acc sg ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to aor part mid neut nom/voc/acc sg ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to aor part mid masc acc sg ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδικάζου — ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδικάσεται — ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to aor subj mid 3rd sg (epic) ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to fut ind mid 3rd sg ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to aor subj mid 3rd sg (epic) ἐπιδικάζω adjudge property in dispute to fut ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.